Page images
PDF
EPUB

τας απορίας. 27. Ο μέντοι Ξενοφών μεταξύ υπολαβών έλεξεν ώδε Ω θαυμασιώτατε άνθρωπε, συ δε γε ουδέ ορών γινώσκεις, ουδε ακούων μέμνησαι. Εν ταυτό γε μέντοι ήσθα τούτοις, ότε βασιλεύς, έπει Κύρος απέθανε, μέγα φρονήσας επί τούτω, πέμπων εκέλευε παραδιδόναι τα όπλα. 28. Επει δε ημείς ου παραδόντες, αλλ' έξωπλισμένοι ελθόντες παρεσκηνήσαμεν αυτώ, τί ουκ εποίησε πρέσβεις πέμπων και σπονδάς αιτών και παρέχων τα επιτήδεια, έστε σπονδών έτυχεν; 29. Έπει δ' αυ οι στρατηγοί και λοχαγοί, ώσπερ δη συ κελεύεις, είς λόγους αυτούς άνευ όπλων ήλθον, πιστεύσαντες ταϊς σπονδαίς, ου νυν εκείνοι παιόμενοι, κεντούμενοι, υβριζόμενοι, ουδε αποθανείν οι τλήμονες δύνανται; και μάλ', oίμαι, έρώντες τούτου. A συ πάντα είδος τους μεν αμύνασθαι κελεύοντας φλυαρείν φής, πείθειν δε πάλιν κελεύεις ιόντας; 30. Έμοί, ώ άνδρες, δοκεί τον άνθρωπον τούτον μήτε πρoσίεσθαι εις ταυτο ημϊν αυτούς, αφελομένους τε την λοχαγίαν σκεύη αναθέντας ως τοιούτω χρήσθαι. Ούτος γαρ και την πατρίδα καταισχύνει και πάσαν την Ελλάδα, ότι"Έλλην ών τοιούτός έστιν.

31. 'Εντεύθεν υπολαβών 'Aγασίας Στυμφάλιος είπεν: 'Αλλά τούτω γε ούτε της Βοιωτίας προσήκει ουδέν ούτε της Ελλάδος παντάπασιν έπει εγώ αυτόν είδον, ώσπερ Λυδόν, αμφότερα τα ώτα τετρυπημένον. Και είχεν ούτως. 32. Τούτον μεν ουν απήλασαν" οι δε άλλοι παρά τας τάξεις ιόντες, όπου μέν στρατηγός σώος είη, τον στρατηγόν παρεκάλουν" οπόθεν δε οίχοιτο, τον υποστρατηγόν όπου δ' αυ λοχαγός σώος είη, τον λοχαγόν. 33. Επει δε πάντες συνήλθον, εις το πρόσθεν των όπλων έκαθέζοντος και εγένοντο οι συνελθόντες στρατηγοί και λοχαγοί αμφί τους εκατόν. "Οτε δε ταύτα ην σχεδόν μέσαι ήσαν νύκτες. 34. 'Ενταύθα Ιερώνυμος Ηλείος, πρεσβύτατος ών των Προξένου λοχαγών, ήρχετο λέγειν ώδε Ημίν, ώ άνδρες στρατηγοί και λοχαγοί, ορώσι τα παρόντα έδοξε και αυτούς συνελθεϊν και υμάς παρακαλέσαι, όπως βουλευσαίμεθα εί τι δυναίμεθα αγαθόν. Λέξον δ', έφη, και σύ, ώ Ξενοφών, άπερ και προς ημάς.

35. 'Εκ τούτου λέγει τάδε Ξενοφών αλλά ταύτα μεν δή πάντες επιστάμεθα ότι βασιλεύς και Τισσαφέρνης, ούς μεν εδυνήθησαν, συνειλήφασιν ημών τοϊς δ' άλλοις δηλον ότι επιβουλεύουσιν, ως, ήν δύνωνται, απολέσωσιν. Ημίν δε γ οίμαι πάντα ποιητέα ως μήποτε επί τοίς βαρβάροις γενώμεθα, αλλά μάλλον, ήν δυνώμεθα, εκείνοι εφ' ημίν. 36. Εν τοίνυν επίστασθε ότι

, υμείς, τοσούτοι όντες, όσοι νυν συνεληλύθατε, μέγιστον έχετε καιρόν. Οι γάρ στρατιώται πάντες ούτοι προς υμάς αποβλέπουσι κάν μεν υμάς ορώσιν άθυμούντας, πάντες κακοι έσονται' ήν δε υμείς αυτοί τε παρασκευαζόμενοι φανεροί ήτε επί τους πολεμίους και τους άλλους παρακαλήτε, ευ ίστε ότι έψονται υμίν και πειράσονται μιμείσθαι. 37. "Ίσως δέ τοι και δίκαιόν έστιν υμάς διαφέρειν τι τούτων. Υμείς γάρ έστε στρατηγοί, υμείς ταξίαρχοι και λοχαγοί και ότε ειρήνη ήν, υμείς και χρήμασι και τιμαίς τούτων επλεονεκτείτε και νυν τοίνυν έπει πόλεμός εστιν, αξιoύν δεί υμάς αυτους αμείνους τε του πλήθους είναι και προβουλεύειν τούτων και προπονεϊν, ήν που δέη. 38. Και νύν πρώτον μεν οίομαι αν υμάς μέγα ωφελήσαι το στράτευμα, ει επιμεληθείητε όπως αντί των απολωλότων ως τάχιστα στρατηγοί και λοχαγοί αντικατασταθώσιν. "Ανευ γαρ αρχόντων ουδεν αν ούτε καλόν ούτε αγαθόν γένοιτο, ως μέν συνελόντι

ειπείν, ουδαμού εν δε δή τους πολεμικούς παντάπασιν. “Η μεν γαρ ευταξία σώζειν δοκεί, η δε αταξία πολλούς ήδη απολώλεκεν. 39. Επειδάν δε καταστήσησθε τους άρχοντας όσους δεί, ήν και τους άλλους στρατιώτας συλλέγητε και παραθαρσύνητε, οίμαι αν υμάς πάνυ εν καιρώ ποιήσαι. 40. Νύν [μεν] γάρ ίσως και υμείς αισθάνεσθε ως άθύμως μεν ήλθον επί τα όπλα, αθύμως δε προς τας φυλακάς ώστε, ούτω γ εχόντων, ουκ οίδα ό τι άν τις χρήσαιτο αυτοίς, είτε νυκτός δέοι τι είτε και ημέρας. 41. "Ην δε τις αυτών τρέψη τας γνώμας, ως μη τούτο μόνον εννοώνται, τί πείσονται, αλλά και τί ποιήσουσι, πολύ εύθυμότεροι έσονται. 42. Επίστασθε γάρ δήπου ότι ούτε πλήθος εστιν ούτε ισχύς η εν τω πολέμω τας νίκας ποιούσα άλλ' οπότεροι αν συν τους θεούς ταϊς ψυχαίς ερρωμενέστεροι ίωσιν επί τους πολεμίους, τούτους ως επί το πολύ οι εναντίοι ου δέχονται. 43. 'Εντεθύμημαι δ' έγωγε, ώ άνδρες, και τούτο, ότι, οπόσοι μεν μαστεύουσι ζην εκ παντός τρόπου εν τοις πολεμικούς, ουτοι μεν κακώς τε και αισχρώς ως επί το πολύ αποθνήσκουσιν· οπόσοι δε τον μέν θάνατον εγνώκασι πάσι κοινόν είναι και αναγκαίον ανθρώπους, περί δε του καλώς αποθνήσκειν αγωνίζονται, τούτους όρώ μάλλόν πως εις το γήρας αφικνουμένους, και, έως αν ζώσιν, ευδαιμονέστερον διάγοντας. 44. “A και ημάς δει νυν καταμαθόντας, εν τοιούτω γαρ καιρώ εσμέν, αυτούς τε άνδρας αγαθούς είναι και τους άλλους παρακαλείν. Ο μεν ταύτα είπων επαύσατο.

45. Μετά δε τούτον είπε Χειρίσοφος: 'Αλλά πρόσθεν μεν, ώ Ξενοφών, τοσούτον μόνον σε εγίνωσκον όσον ήκουον 'Αθηναίον είναι νύν δε και έπαινώ σε εφ' οίς λέγεις τε και πράττεις, και βουλοίμην αν ότι πλείστους

είναι τοιούτους κοινόν γαρ αν είη το αγαθόν. 46. Και νύν, έφη, μη μέλλωμεν, ώ άνδρες, αλλ' απελθόντες ήδη αιρείσθε οι δεόμενοι άρχοντας, και ελόμενοι ήκετε εις το μέσον του στρατοπέδου και τους αιρεθέντας άγετε έπειτ' εκεί συγκαλούμεν τους άλλους στρατιώτας παρέστω δ' ημίν, έφη, και Τολμίδης ο κήρυξ. 47. Και άμα

8 ταύτ' ειπων ανέστη, ως μη μέλλοιτο αλλά περαίνοιτο τα δέοντα. 'Εκ τούτου ηρέθησαν άρχοντες αντί μέν Κλεάρχου Τιμασίων Δαρδανεύς, αντί δε Σωκράτους Ξανθικλής Αχαιός, αντί δε 'Αγίου Αρκάδος Κλεάνωρ Ορχομένιος, αντί δε Μένωνος Φιλήσιος 'Αχαιός, αντί δε Προξένου Ξενοφών 'Αθηναίος.

CAPUT II.

1. Επει δε ήρηντο, ημέρα τε σχεδόν υπέβαινε και είς το μέσον ήκον οι άρχοντες και έδοξεν αυτούς προφυλακές καταστήσαντας συγκαλεϊν τους στρατιώτας. 'Επει δε και οι άλλοι στρατιώται συνήλθον, ανέστη πρώτον μεν Χειρίσοφος ο Λακεδαιμόνιος και έλεξεν αδε 2. Ω άνδρες στρατιώται, χαλεπά μεν τα παρόντα, οπότε ανδρών στρατηγών τοιούτων στερόμεθα και λοχαγών και στρατιωτών προς δ' έτι και οι αμφί 'Aριαίον, οι πρόσθεν σύμμαχοι όντες, προδεδώκασιν ημάς. 3. "Όμως δε δεί εκ των παρόντων άνδρας αγαθούς τε ελθείν και μη υφίεσθαι, αλλά πειράσθαι όπως, ήν μεν δυνώμεθα, καλώς νικώντες σωζώμεθα· ει δε μή, αλλά καλώς γε αποθνήσκωμεν, υποχείριοι δε μήποτε γενώμεθα ζώντες τους πολεμίοις οίομαι γαρ αν ημάς τοιαύτα παθείν ολα τους εχθρούς οι θεοί ποιήσειαν.

XEN.

III.

2

4. Επί τούτω Κλεάνωρ Ορχομένιος ανέστη, και έλεξεν ώδε 'Αλλ' οράτε μέν, ώ άνδρες, την βασιλέως επιορκίαν και ασέβειαν οράτε δε την Τισσαφέρνους απιστίαν, όστις λέγων ως γείτων τε είη της Ελλάδος και περί πλείστου αν ποιήσαιτο σώσαι ημάς, και επί τούτοις αυτός ομόσας ημίν, αυτός δεξιάς δούς, αυτός εξαπατήσας συνέλαβε τους στρατηγούς, και ουδέ Δία Ξένιον ήδέσθη, αλλά Κλεάρχω (γε) και ομοτράπεζος γενόμενος, αυτούς τούτοις εξαπατήσας τους άνδρας απολώλεκεν. 5. 'Aριαίος δε, δν ημείς ήθέλομεν βασιλέα καθιστάναι, και εδώκαμεν και ελάβομεν πιστα μη προδώσειν αλλήλους, και ούτος, ούτε τους θεούς δείσας ούτε Κύρον τεθνηκότα αιδεσθείς, τιμώμενος μάλιστα υπό Κύρου ζώντος, νυν προς τους εκείνου έχθίστους αποστας ημάς τους Κύρου φίλους κακώς ποιείν πειράται. 6. 'Αλλά τούτους μεν οι θεοί αποτίσαιντο' ημάς δε δεί, ταύτα ορώντας, μήποτε εξαπατηθήναι έτι υπό τούτων, αλλά μαχομένους ως άν δυνώμεθα κράτιστα τούτο και τι αν δοκή τους θεούς πάσχειν.

7. 'Εκ τούτου Ξενοφών ανίσταται εσταλμένος επί πόλεμον ως έδύνατο κάλλιστα, νομίζων, είτε νίκην διδοίες οι θεοί, τον κάλλιστον κόσμον τώ νικάν πρέπειν, είτε τελευτάν δέοι, ορθώς έχειν των καλλίστων εαυτόν αξιώσαντα εν τούτοις της τελευτής τυγχάνειν του λόγου δε ήρχετο ωδε" 8. Την μέν των βαρβάρων επιορκίαν τε και απιστίαν λέγει μεν Κλεάνωρ, επίστασθε δε και υμείς, οίμαι. Ει μεν ούν βουλευόμεθα πάλιν αυτοίς διά φιλίας ιέναι, ανάγκη ημάς πολλών αθυμίαν έχειν, ορώντας και τους στρατηγούς, οι διά πίστεως αυτούς εαυτούς ενεχείρισαν, οία πεπόνθασιν ει μέντοι διανοούμεθα συν τοις όπλοις ών τε πεποιήκασι δίκην επιθεϊναι

« PreviousContinue »