Page images
PDF
EPUB

φωνείν, οίον αυλός και λύρα και όσα άλλα των αψύχων απότασιν έχει και μέλος και διάλεκτον έoικε γαρ ότι και η φωνή ταύτ' έχει πολλά δε των ζώων ουκ έχουσι φωνήν, οίον τά τε αναιμα και των εναίμων ιχθύες" αλλ' το οι λεγόμενοι φωνείν, οίον εν τω 'Αχελώω, ψοφούσι τοις

βραγχίοις ή τινι ετέρω τοιούτω. και τούτ' ευλόγως, είπερ και το αέρος κίνησίς τις έστιν ο ψόφος" φωνή δ' έστι ζώου ψόφος,

και ου τα τυχόντι μορίω. αλλ' επεί παν ψοφεί τύπτοντός τινος και τι και έν τινι, τούτο δ' έστιν αήρ, ευλόγως αν 15 φωνοίη ταύτα μόνα όσα δέχεται τον αέρα. ήδη γαρ το αναπνεομένω καταχρήται η φύσις επί δύο έργα, καθάπερ τη γλώττη επί τε την γευσιν και την διάλεκτον, ών η μεν γευσις αναγκαίον (διο και πλείοσιν υπάρχει), ή δ' ερμηνεία ένεκα του εύ, ούτω και το πνεύματι πρός τε την θερ

μότητα την εντός ως αναγκαίον (το δ' αίτιον εν ετέροις 8 τι ειρήσεται) και προς την φωνήν, όπως υπάρχη το εύ. όργα

νον δε τη αναπνοή ο φάρυγξ ου δ' ένεκα και το μόριόν έστι τούτο, πλεύμων" τούτω γαρ τω μορίω πλείστον έχει το θερμόν τα πεζά των άλλων. δείται δε της αναπνοής και 25 ο περί την καρδίαν τόπος πρώτος. διο αναγκαίον είσω αναπνεομένου εισιέναι τον αέρα, ώστε η πληγή του αναπνεομένου αέρος υπό της εν τούτοις τοις μορίοις ψυχής προς την καλουμένην αρτηρίαν φωνή εστιν, ου γαρ πας ζώου ψόφος φωνή, καθάπερ είπομεν (έστι γαρ και τη γλώττη ψοφείν και 30 ως οι βήττοντες), αλλά δεί έμψυχόν τε είναι το τύπτον και μετά φαντασίας τινός σημαντικός γαρ δή τις ψόφος έστιν η φωνή, και ου του αναπνεομένου αέρος, ώσπερ ή βήξ.

20

20.

8. γάρ δέ SUV. 1ο. ιχθύες" αλλ] Vulg. ιχθύες και τουτ' ευλόγως... ψόφος. αλλ' οι λεγόμενοι ... τοιούτω. 13. τίς om. SUVX.

ένεκεν STUVWX. . 22. υπάρχοι EV. 24. πνεύμων STUVWX.

28. ψυχικής δυνάμεως προς W. 33. βήξις ΕΤ.

similarity between it and the human voice, as is for instance the case with pipe and lyre and all other inanimate objects which possess those qualities of pitch and measure and articulation which seem to characterize the human voice also. Many animals however do not have a voice, as is the case with all bloodless animals, and is among sanguineous species the case with fishes—those which are said to speak, as is the case with the fishes in the Achelous, only in reality making a noise with their gills or with something of this kind. And this is only what might have been expected. Sound indeed is but a movement of the air: but voice is the sound of a living being, and this too not with any chance part of the body. But as sound is always the result of something striking something else and doing so in something, viz. air, it follows that it is only those objects which take in air that possess a voice. Now nature uses the air which has been inspired for two functions, just as it employs the tongue at once for tasting and articulation-functions of which the one, viz. taste, is necessary, and thus belongs to the majority of animals, whereas the other, i.e. intelligible speech, is for ideal ends. In this same manner, nature employs the breath at once to regulate the internal heat as something necessary (a fact of which the reason will be stated elsewhere), and also to frame speech or voice as something contributing to our nobler ends in life.

To inhale this breath the organ we employ is the throat, and this itself is subservient to another part, the lungs. It is in fact by means of this part that land animals possess more heat than others. Now the region round about the heart first stands in need of inhalation : and therefore on inspiration air necessarily presses in. And so the inhaled air when the vital principle in these parts of the organism strikes it against the so-called windpipe is what makes a vocal utterance. For, as has been said, all the sounds made by animals are not vocal : it is possible to make a noise even with the tongue or in the way that people do in coughing: for voice, on the contrary, the organ striking must be animate and must be accompanied by some mental image. Voice, in fact, is sound possessed of meaning: it is not merely a reaction against the air inhaled, as is the case with

$ 12 αλλά τούτω τύπτει τον έν τη αρτηρία προς αυτήν. σημείον 4211

δε το μη δύνασθαι φωνείν αναπνέοντα μηδ' εκπνέοντα, αλλά κατέχοντα κινεί γαρ τούτο και κατέχων. φανερον δε και διότι οι ιχθύες άφωνοι' ου γαρ έχουσι φάρυγγα. τουτο δε το μόριον ουκ έχουσιν, ότι ου δέχονται τον αέρα ουδ' άνα- 5

πνέουσιν. δι' ήν μεν ουν αιτίαν, έτερός έστι λόγος. SI IX. Περί δε οσμής και οσφραντου ήττον ευδιόριστόν έστι

των ειρημένων ου γαρ δηλον ποιόν τί έστιν η οσμή, ούτως ως ο ψόφος ή το χρώμα. αίτιον δ' ότι την αίσθησιν ταύτην ουκ έχομεν ακριβή, αλλά χείρω πολλών ζώων" φαύλως γαρ άν- 10 θρωπος όσμάται, και ουθενός αισθάνεται των οσφραντών άνευ

του λυπηρου ή του ηδέος, ως ουκ όντος ακριβούς του αισθη$ 2 τηρίου. εύλογον δ' ούτω και τα σκληρόφθαλμα των χρωμά

των αισθάνεσθαι, και μη διαδήλους αυτούς είναι τας διαφοράς των χρωμάτων πλην το φοβερό και αφόβω. ούτω 15 δε και τας οσμάς το των ανθρώπων γένος έoικε μεν γαρ ανάλογον έχεις προς την γευσιν και ομοίως τα είδη των χυμών τοϊς της οσμής, αλλ' ακριβεστέραν έχομεν την γεύσιν δια το είναι αυτην αφήν τινα, ταύτην δ' έχεις την αίσθησιν τον άνθρωπον ακριβεστάτην εν μέν γαρ ταις άλλαις 20 λείπεται πολλών των ζώων, κατά δε την αφήν πολλώ των άλλων διαφερόντως ακριβοί. διό και φρονιμώτατόν εστι των ζώων. σημείον δε το και εν τω γένει των ανθρώπων παρά το αισθητήριον τούτο είναι ευφυείς και αφυείς, παρ' άλλο

421* Ι. τούτο Χ.

3. αλλά κατέχοντα om. Ε. Η τούτω STUX. τούτω Τοr. δε} γαρ STUVW.

5. αναπνέουσιν. αλλ' οι λέγοντες ούτως αμαρτάνουσιν. δι' SVW. 6. έσται SUVX. 9. ψ. ή το φώς η TWXy. 1. αισθ.] οσφραίνεται ETW Tor. 21. λείπεται πολλά Βekk. ESUV Αld. | αφήν πολλώ] αφ. πολλών Βekk.

coughing: rather with this air we strike the air within the windpipe against the windpipe itself.

This explanation of the voice is confirmed by the fact that it is impossible to speak when inhaling air or respiring, but only when we hold the breath : because in checking thus the breath we move the air that has been taken in. This also explains why fishes are devoid of voice : viz. because they have no windpipe, this organ itself being absent because fishes do not inhale the air nor yet respire-a fact of which the reason must be discussed elsewhere.

CHAPTER IX.

Smell and its object are less easy to determine than the other senses which we have discussed : we do not see, in fact, what is the specific character of smell so clearly as we do that of sound or colour. The reason of this is that this sense is not developed in us to nearly the same degree of delicacy as it is in other animals. Man's sense of smell is really poor: he never perceives the scent of anything odoriferous unless when it is accompanied by either pleasure or pain-a fact which seems to point to a want of delicate exactness in the organ. It is, we may suppose, with similar limitations that hard-eyed animals perceive colours : we may imagine, that is, that they become conscious of the different kinds of colours only in so far as they create fear or its opposite: and it is in a correspondingly indirect fashion that men perceive smells. And thus, while the sense of smell is analogous to the sense of taste, and the specific kinds of flavour resemble the different sorts of odour, we possess the sense of taste in a condition of greater perfection, because taste is itself a species of the sense of touch : and in man the sense of touch reaches the greatest sensibility. As regards the other senses, man falls short of many animals: in touch he far surpasses them in the delicacy of his perceptions. Hence also man is the most intelligent of animals. A proof of this is that, within the human species, men are of good or bad natural parts in virtue of this very organ of sense and of no one other sense: the hard-fleshed

δε μηδέν" οι μεν γαρ σκληρόσαρκοι αφυείς την διάνοιαν, 15 8 3 οι δε μαλακόσαρκοι ευφυείς. έστι δ', ώσπερ χυμός ο μεν

γλυκύς ο δε πικρός, ούτω και οσμαι. αλλά τα μεν έχουσι την ανάλογον οσμήν και χυμόν, λέγω δε οίον γλυκείαν οσμήν και γλυκύν χυμόν, τα δε τουναντίον, ομοίως δε και δριμεία και αυστηρά και οξεία και λιπαρά έστιν οσμή. 30 αλλ' ώσπερ είπομεν, διά το μη σφόδρα διαδήλους είναι τας οσμάς ώσπερ τους χυμούς, από τούτων είληφε τα ονόματα καθ' ομοιότητα των πραγμάτων' η μεν γαρ γλυκεία, 4210

κρόκου και μέλιτος, η δε δριμεία, θύμου, και των τοιούτων 8 4 τον αυτόν δε τρόπον και επί των άλλων. έστι δ' ώσπερ

η ακοή και εκάστη των αισθήσεων, η μεν του ακουστού και ανηκούστου, η δε του ορατού και αοράτου, και η όσφρη- 5 σις του οσφραντού και ανοσφράντου. ανόσφραντον δε το μεν

παρά το όλως αδύνατον έχειν οσμήν, το δε μικράν έχον 8 5 και φαύλην. ομοίως δε και το άγευστον λέγεται. έστι δε

και η όσφρησις διά του μεταξύ, οίον αέρος ή ύδατος και γαρ τα ένυδρα δοκούσιν οσμής αισθάνεσθαι. ομοίως δε και το τα έναιμα και τα αναιμα, ώσπερ και τα εν τω αέρι και

γαρ τούτων ένια πόρρωθεν απαντά προς την τροφήν ύπoσμα 86 γινόμενα. διό και άπορον φαίνεται, ει πάντα μεν ομοίως

όσμάται, ο δ' άνθρωπος αναπνέων μέν, μη αναπνέων δε αλλ' εκπνέων ή κατέχων το πνεύμα ουκ οσμάται, ούτε 15 πόρρωθεν ούτ' εγγύθεν, ουδ' άν επί του μυκτήρος εντός τεθη. και το μεν επ' αυτώ τιθέμενον το αισθητηρίω αναίσθητον είναι κοινόν πάντων αλλά το άνευ του αναπνείν μη αισθάνεσθαι ίδιον επί των ανθρώπων δηλον δε πειρωμένοις, ώστε τα αναιμα, επειδή ουκ αναπνέουσιν, ετέραν άν τιν αίσθησιν

20

4215 2. κρόκου] από του κρόκου Ε. Trend. Βekk., από om. STUVWX. 8. και το φ. ETUV Tor. το. ομοίως δε] δε om. ETW, ομοίως και έναιμα Tor.

13. και om. Ε. 14. μη αναπνέων δέ om. SUVX. 15. άλλ' εκπνέων om. Wy.

« PreviousContinue »