Page images
PDF
EPUB
[ocr errors][merged small]
[ocr errors][ocr errors][ocr errors][ocr errors][merged small][ocr errors][ocr errors][ocr errors]

(18) The little tract 'Of Mourning,' whether written by Lucian or not", is of some permanent interest. The utter inconsistency of people's acts in time of bereavement with their professed religious beliefs is as striking now as in the second century AD, nor am I able to point with confidence to any period when it has been otherwise.

(19) Lucian—whom I believe to be the author of the piece -points out that the popular mythology comes from the Homeric poems and such sources, and is full of strange notions resting on no evidence. The state of the departed is by most people taken for granted, just as it appears in these old stories, with all its indefiniteness and contradictions. And in all their ceremonies they behave towards the dead as though they were still in the flesh, subject to all its pains and passions, vexed by its needs: but profess to regard them as spirits of thin air, without substance or cohesion. To give a full analysis of the tract would be almost to translate it. The above shews its main drift.

(20) The literary merit of the piece seems to me high. Though of course not deep, being a merely social article, it is very carefully written; the satire is finely polished and well kept up throughout. I seem everywhere to trace the hand of the author of 'Charon' and the 'Dialogues of the dead.' It may here be properly remarked that much of the irony will be missed unless the reader holds firmly in mind the common confusion in the use of the Greek words verpòs and vécus. We find these words put both for the dead body from which the life has fied, and for the spirit of the departed living on in the

[ocr errors][ocr errors]

1 Bekker and Sommerbrodt reject it as spurious, but Dindorf and Jacobitz accept it.

nether world of Hades. Students of Greek literature will be familiar with this extraordinary want of precision. Beginners will do well to notice it in the present work, which more than any other within my acquaintance depends upon this constant change of meaning

UNIVSGJIT?

CAPTINCTUATION

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝΥΠΝΙΟΥ ΗΤΟΙ ΒΙΟΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ.

1. "Αρτι μεν επεπαύμην ές τα διδασκαλεία φοιτων ήδη την ηλικίαν πρόσηβος ών, ο δε πατηρ εσκοπείτο μετά των φίλων, ότι και διδάξαιτό με. τοϊς πλείστοις ούν έδοξε παιδεία μεν και πόνου πολλού και χρόνου μακρού και δαπάνης μικράς και τύχης δείσθαι λαμ- 5 πράς, τα δ' ημέτερα μικρά τε είναι και ταχείαν τινα την επικουρίαν απαιτεϊν· ει δέ τινα τέχνην των βαναύσων εκμάθοιμι τούτων, το μεν πρώτον ευθύς αν αυτός έχειν τα αρκούντα παρα της τέχνης και μηκέτ' οικόσιτος είναι τηλικούτος ών, ουκ ές μακράν δε και τον πατέρα 10 ευφρανείν αποφέρων αεί το γιγνόμενον. 2. δευτέρας ουν σκέψεως αρχη προύτέθη, τίς αρίστη των τεχνων και ράστη εκμαθεϊν και ανδρί ελευθέρω πρέπουσα και πρόχειρον έχουσα την χορηγίαν και διαρκή τον πόρον. άλλου τοίνυν άλλην έπαινούντος, ως έκαστος γνώμης 15 ή εμπειρίας είχεν, ο πατήρ εις τον θείον άπιδών,-παρών γάρ και προς μητρός θείος, άριστος έρμογλύφος είναι δοκών και λιθοξόος εν τοις μάλιστα ευδόκιμος-ου θέμις, είπεν, άλλην τέχνην επικρατείν σου παρόντος, αλλά τούτον άγε-δείξας εμέ-και δίδασκε παραλαβών 20 λίθων εργάτην αγαθόν είναι και συναρμοστής και ερμογλυφέας δύναται γάρ και τούτο φύσεώς γε, ως οίσθα,

[merged small][ocr errors]

τυχών δεξιάς. έτεκμαίρετο δε ταϊς εκ του κηρού παιδιαίς: οπότε γαρ αφεθείην υπό των διδασκάλων, αποξέων αν τον κηρόν η βόας ή ίππους ή και νή Δίανθρώπους ανέ

πλαττον, είκότως, ως έδόκουν τα πατρί εφ' οίς παρά 5 μεν των διδασκάλων πληγάς ελάμβανον, τότε δε έπαινος

ές την ευφυίαν και ταύτα ην, και χρηστάς είχον επ' έμοι τας ελπίδας, ως εν βραχεί μαθήσομαι την τέχνην, απ' εκείνης γε της πλαστικής. 3. άμα τε ουν επιτήδειος έδόκει ημέρα τέχνης ενάρχεσθαι, καγώ παρεδεδόμην τα θείο μα τον Δί' ου σφόδρα τα πράγματι όχθόμενος αλλά μοι και παιδιάν τινα ουκ ατερπη έδόκει έχειν και προς τους ηλικιώτας επίδειξιν, ει φαινοίμην θεούς τε γλύφων και αγαλμάτιά τινα μικρά κατασκευάζων εμαυτώ

τε κακείνοις οίς προηρούμην. και το γε πρώτον εκείνο 15 και σύνηθες τούς άρχομένους εγίγνετο εγκοπέα γάρ τινά

μοι δούς ο θείος έκέλευσέ μοι ηρέμα καθικέσθαι πλακός εν μέσω κειμένης, επειπων το κοινόν αρχή δε τοι ήμισυ παντός.' σκληρότερον δε κατενεγκόντος υπ'

απειρίας κατεάγη μεν η πλάξ, ο δε αγανακτήσας σκυ20 τάλην τινά πλησίον κειμένην λαβών ου πράως ουδε

προτρεπτικώς μου κατήρξατο, ώστε δάκρυά μου τα προοίμια της τέχνης. 4. αποδράς ούν εκείθεν επί την οικίαν αφικνούμαι συνεχές αναλύζων και δακρύων τους

οφθαλμούς υπόπλεως, και διηγούμαι την σκυτάλην, 25 και τους μώλωπας εδείκνυον και κατηγόρουν πολλών

τινα ωμότητα, προσθείς ότι υπό φθόνου ταύτα έδρασε, μη αυτόν υπερβάλωμαι κατά την τέχνην. αγανακτησαμένης δε της μητρός και πολλά τώ αδελφώ λοιδορησα

μένης, έπει νυξ επήλθε, κατέδαρθον έτι ένδακρυς και 30 την σκυτάλην έννοών. 5. μέχρι μεν δή τούτων γε

λάσιμα και μειρακιώδη τα ειρημένα τα μετά ταύτα δε ουκέτι ευκαταφρόνητα, ώ άνδρες, ακούσεσθε, αλλά και πάνυ φιληκόων ακροατών δεόμενα ίνα γαρ καθ' "Όμηρον είπω

θείος μοι ενύπνιον ήλθεν όνειρος

άμβροσίην διά νύκτα εναργής ούτως, ώστε μηδεν απολείπεσθαι της αληθείας έτι γούν και μετά τοσούτον χρόνον τά τε σχήματά μου των φανέντων εν τοις οφθαλμοίς παραμένει και η φωνή των ακουσθέντων έναυλος" ούτω σαφή πάντα ην. 6. δύο γυναίκες λαβόμεναι ταϊν χερούν είλκόν με προς εαυτην το εκατέρα μάλα βιαίως και καρτερώς μικρού γούν με διεσπάσαντο προς αλλήλας φιλοτιμούμεναι και γαρ άρτι μεν άν ή ετέρα επεκράτει και παρά μικρόν όλον είχε με, άρτι δ' αν αύθις υπό της ετέρας είχόμην. έβόων δε προς άλλήλας εκατέρα, η μέν, ως αυτής όντα με 15 κεκτήσθαι βούλοιτο, η δε, ως μάτην των αλλοτρίων αντιποιούτο. ήν δε η μέν εργατική και ανδρική και αυχμηρά την κόμην, τω χείρε τύλων ανάπλεως, διεζωσμένη την εσθήτα, τιτάνου καταγέμουσα, οίος ήν ο θείος οπότε ξέοι τους λίθους ή ετέρα δε μάλα ευπρόσωπος και το 20 σχήμα ευπρεπής και κόσμιος την αναβολήν. τέλος δ' ούν εφιάσί μοι δικάζειν, όπoτέρα βουλοίμην συνείναι αυτών. προτέρα δε η σκληρά εκείνη και ανδρώδης έλεξεν· 7. εγώ, φίλε παι, ερμoγλυφική τέχνη ειμί, ήν χθες ήρξω μανθάνειν, οικεία τέ σοι και συγγενής 25 οίκοθεν ό τε γαρ πάππος σου––είπουσα τούνομα του μητροπάτορος-λιθοξόος ήν, και των θείω αμφοτέρω και μάλα ευδοκιμείτον δι' ημάς. ει δ' εθέλοις λήρων μεν και φληνάφων των παρά ταύτης απέχεσθαι,- δείξασα την ετέραν-έπεσθαι δε και συνοικείν εμοί, πρώτα μεν 30 θρέψη γεννικώς και τους ώμους έξεις καρτερούς, φθόνου

« PreviousContinue »