Page images
PDF
EPUB

τούτ' ουν το χρηστόν, μήτερ, ουχί βούλομαι
άλλω παρείναι μάλλον ή σώζειν έμοί:
ανανδρία γάρ, το πλέον όστις απολέσας
τούλασσον έλαβε. προς δε τoίσδ' αισχύνομαι
ελθόντα συν όπλοις τόνδε και πορθoύντα γήν
τυχεϊν & χρήζει» ταίς γάρ αν Θήβαις τόδε
γένοιτ' όνειδος, ει Μυκηναίου δορός
φόβω παρείην σκήπτρα τάμα τωδ' έχειν.
χρήν δ' αυτόν ουχ όπλοισι τας διαλλαγάς,
μητερ, ποιείσθαι· παν γάρ εξαιρεί λόγος
δ και σίδηρος πολεμίων δράσειεν άν.

Latin. Translate : CICERO COMPARES HIS AFFECTION FOR ARPINUM WITH

HIS DEVOTION TO ROME. (a) M. Sed hoc ipso in loco, quum antiquo more parva esset villa, scito me esse natum. Quare inest nescio quid, et latet in animo ac sensu meo, quo me plus hic locus fortasse delectet: siquidem etiam ille sapientissimus vir, Ithacam ut videret, immortalitatem scribitur repudiasse. Gaudeo igitur me incunabula paene mea tibi ostendisse. Art. Equidem me cognosse admodum gaudeo. Sed illud tamen quale est, quod paulo ante dixisti, hunc locum, id est, ut ego te accipio dicere, Arpinum, germanam patriam esse vestram ? Numquid duas habetis patrias ? an est una illa patria communis ? nisi forte sapienti illi Catoni fuit patria non Roma, sed Tusculum, M. Ego mehercule et illi et omnibus municipibus duas esse censeo patrias, unam naturae, alteram civitatis ; ut ille Cato, quom esset Tusculi natus, in populi Romani civitatem susceptus est; ita, quom ortu Tusculanus esset, civitate Romanus, habuit alteram loci patriam, alteram iuris ; ut vestri Attici, prius quam Theseus eos demigrare ex agris et in astu, quod appellatur, omnis se conferre iussit, et sui erant iidem et Attici, sic nos et eam patriam ducimus, ubi nati, et illam, a qua excepti sumus. Sed necesse est caritate eam praestare, qua rei publicae nomen universae civitatis est ; pro qua mori et cui nos totos dedere et in qua nostra omnia ponere et quasi consecrare debemus; dulcis autem non multo secus est ea, quae genuit, quam illa, quae excepit.

MUSICAL CONTEST AND VERDICT. (6) Pan ibi dum teneris iactat sua carmina Nymphis,

Et leve cerata modulatur arundine carmen,
Ausus Apollineos prae se contemnere cantus,
Iudice sub Tmolo certamen venit ad impar.
Monte suo senior iudex consedit; et aures
Liberat arboribus ; quercu coma caerula tantum
Cingitur; et pendent circum cava tempora glandes.
Pana, deum pecoris, spectang, In iudice,’ dixit,
• Nulla mora est.' Calamis agrestibus insonat ille,
Barbaricoque Midan, aderat nam forte canenti,
Carmine delenit; post hunc sacer ora retorsit
Tmolus ad os Phoebi; vultum sua silva secuta est.
Ille, caput flavum lauro Parnaside vinctus,
Verrit humum Tyrio saturata murice palla ;
Distinctamque fidem gemmis et dentibus Indis
Sustinet a laeva; tenuit manus altera plectrum.
Artificis status ipse fuit; tum stamina docto
Pollice sollicitat: quorum dulcedine captus
Pana iubet Tmolus citharae submittere cannas.

II. HILARY TERM, 1905.

Greek. Translate :

(α) Ευρυβιάδου δε την μεν ηγεμονίαν των νεων έχοντος διά τό της Σπάρτης αξίωμα, μαλακού δε περί τον κίνδυνον όντος, αίρειν δε βουλομένου και πλείν επί τον Ισθμόν, όπου και το πεζον ήθροιστο των Πελοποννησίων, ο Θεμιστοκλής αντέλεγεν' ότε και τα μνημονευόμενα λεχθήναι φασι. Του γάρ Ευρυβιάδου προς αυτόν είπόντος: *Ω Θεμιστόκλεις, εν τοις αγώσι τους προεξανισταμένους ραπίζoυσι. Ναι, είπεν ο Θεμιστοκλής, αλλά τους απολειφθέντας ου στεφανούσιν. 'Επαραμένου δε την βακτηρίαν ως πατάξoντoς, ο Θεμιστοκλής έφη: Πάταξον μέν, άκουσον δε. Θαυμάσαντος δε την πραότητα του Ευρυβιά

δου, και λέγειν κελεύσαντος, ο μεν Θεμιστοκλής ανήγεν
αυτόν επί τον λόγον. Είπόντος δέ τινος, ώς ανήρ άπολις
ουκ ορθώς διδάσκει τους έχοντας εγκαταλιπείν και προέ-
σθαι τάς πατρίδας, ο Θεμιστοκλής επιστρέψας τον λόγον
Ημείς του, είπεν, ώ μοχθηρέ, τας μέν οικίας και τα τείχη
καταλελοίπαμεν, ουκ αξιoύντες αψύχων ένεκα δουλεύειν
πόλις δ' ημίν έστι μεγίστη των Ελληνίδων, αι διακόσιαι
τριήρεις, αι νύν υμίν παραστάσι βοηθοί σώζεσθαι δι'
αυτών βουλομένοις. Ει δ' άπιτε δεύτερον ήμάς προ-
δόντες, αυτίκα πεύσεται τις Ελλήνων Αθηναίους, και
πόλιν ελευθέραν, και χώραν ου χείρονα κεκτημένους ής
απέβαλον.
(0) Ούκ έστ' ακριβές ουδέν εις εύανδρίαν

έχoυσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών.
ήδη γάρ είδον άνδρα γενναίου πατρός
το μηδέν όντα, χρηστά τεκ κακών τέκνα,
λιμόν τ' έν άνδρός πλουσίου φρονήματι,
γνώμην τε μεγάλην εν πένητι σώματι.
πως ούν τις αυτά διαλαβών ορθώς κρινει;
πλούτω; πονηρώγ' άρα χρήσεται κριτή.
ή τους έχουσι μηδέν και άλλ’ έχει νόσον
πενία, διδάσκει δ' άνδρα τη χρεία κακόν.
αλλ' είς όπλέλθω; τίς δέ πρός λόγχην βλέπων
μάρτυς γένοιτ' άν όστις έστιν αγαθός ;
κράτιστον είκή ταύτ' εάν αφειμένα.
ούτος γάρ ανήρ ούτ' έν Αργείοις μέγας
ούτ' αυ δοκήσει δωμάτων όγκωμένος,
εν τοις δε πολλοίς ών, άριστος ηυρέθη.

Latin.

DEATH OF PHILOPOEMEN. Translate:

(a) Iam invesperascebat, et non modo cetera, sed ne in proximam quidem noctem ubi satis tuto custodiretur, expediebant. Obstupuerant ad magnitudinem pristinae eius fortunae virtutisque, et neque ipsi domum recipere custodiendum audebant, nec cuiquam uni custodiam eius satis credebant. Admonent deinde quidam, esse thesaurum publicum sub terra, saxo quadrato saeptuin; eo vinctus dimittitur, et saxum ingens, quo operitur, machina superimpositum est. Ita loco potius quam homini cuiquam credendam custodiam rati, lucem insequentem exspectaverunt. Postero die multitudo quidem integra, memor pristinorum eius in civitatem meritorum, parcendum ac per eum remedia quaerenda esse praesentium malorum censebant; defectionis auctores, quorum in manu res publica erat, in secreto consultantes omnes ad necem eius consentiebant: sed utrum maturarent an differrent, ambigebatur. Vicit pars avidior poenae, missusque, qui venenum ferret. Accepto poculo nihil aliud locutum ferunt quam quaesisse, si incolumis Lycortas (is alter imperator Achaeorum erat) equitesque evasissent. Postquam dictum est, incolumes esse, ' Bene habet,' inquit et, poculo impavide exhausto, haud ita multo post exspiravit.

STUDY OF NATURAL PHILOSOPHY. (6) Tum mihi naturae libeat perdiscere mores,

quis deus hanc mundi temperet arte domum, qua venit exoriens, qua deficit, unde coactis

cornibus in plenam menstrua luna redit, unde salo superant venti, quid flamine captet

Eurus, et in nubes unde perennis aqua ; sit ventura dies mundi quae subruat arces,

purpureus pluvias cur bibit arcus aquas,
aut cur Perrhaebi tremuere cacumina Pindi,

solis et atratis luxerit orbis equis,
cur serus versare boves et plaustra Bootes,

Pleiadum spisso cur coit igne chorus,
curve suos fines altum non exeat aequor,

plenus et in partes quattuor annus eat;
sub terris sint iura deum et tormenta Gigantum,

Tisiphones atro si furit angue caput,
aut Alcmaeoniae furiae aut ieiunia Phinei,

num rota, num scopuli, num sitis inter aquas,
num tribus infernum custodit faucibus antrum

Cerberus, et Tityo iugera pauca novem, an ficta in miseras descendit fabula gentes,

et timor haud ultra quam rogus esse potest.

[ocr errors]

III. TRINITY TERM, 1905.

Greek. 1. Translate :

Φίλιππος δε εισελθών είπεν: "Ότι μεν γελωτοποιός είμι ίστε πάντες' ήκω δε προθύμως νομίσας γελοίον είναι το ακλητόν τινα ελθείν επί το δείπνον. Κατακλίνου τοίνυν, έφη ο Καλλίας. και γάρ οι παρόντες γέλωτος ίσως ένδεέστεροι. δειπνούντων δε αυτών ο Φίλιππος γελοιόν τι ευθύς επεχείρει λέγειν· ώς δ' ουκ εκίνησε γέλωτα, τότε μεν άχθεσθείς φανερός εγένετο αύθις δ' ολίγον ύστερον άλλο τι γελοίον έβούλετο λέγειν ώς δε ουδε τότε εγέλασαν επ' αυτώ, παυσάμενος του δείπνου συγκαλυψάμενος κατέκειτο. και ο Καλλίας, Τί τούτ', έφη, ώ Φίλιππε; αλλ' ή οδύνη σε ελληφε ; και δς αναστενάξας είπε: Ναι μά Δί', έφη, ώ Καλλία, μεγάλη γε' επει γαρ γέλως εξ ανθρώπων απόλωλεν, έρρει τα εμά πράγματα. πρόσθεν μέν γάρ τούτου ένεκα εκαλούμην επί τα δείπνα, ίνα ευφραίνοιντο οι συνόντες δι' εμε γελώντες νύν δε τίνος ένεκα και καλεί με τις ; ούτε γάρ έγωγε σπουδάσαι αν δυναίμην μάλλον ήπερ αθάνατος γενέσθαι, ούτε μην ως αντικληθησόμενος καλεί με τις, έπει πάντες ίσασιν ότι ουδε νομίζεται εις την εμήν οικίαν δείπνον προσφέρεσθαι. και άμα λέγων ταύτα τη φωνή σαφώς κλαίειν εφαίνετο. 2. Translate also one of the following passages :

Either,
(α) Αυταρ έπεί ρα γόοιο τετάρπετο διος 'Αχιλλεύς,

αυτίκαπό θρόνου ωρτο, γέροντα δε χειρός ανίστη,
οικτείρων πολιόν τε κάρη πολιόν τε γένειον,
καί μιν φωνήσας έπεα πτερόεντα προσηύδα:
& δείλ', ή δή πολλά κάκάνσχεο σον κατά θυμόν.
πως έτλης επί νήας Αχαιων ελθέμεν οίος ;
αλλ' άγε δή κατ' άρ' έζευ επί θρόνου, άλγεα δ' έμπης
εν θυμώ κατακείσθαι εάσομεν αχνύμενοι περ
ου γάρ τις πρήξις πέλεται κρυερoίo γόοιο.
ως γάρ επεκλώσαντο θεοι δειλοίσι βροτοίσι,
ζώειν άχνυμένοις" αυτοί δε τ' ακηδέες εισί.

[ocr errors]
« PreviousContinue »