Page images
PDF
EPUB

10

Λέγει αυτώ ο Καίσαρ «Τίνος ένεκεν τη βουλή εκείνων εξηκολούθησας ;Και ο Πιλάτος έφη, « Στασιαστών και ανυπότακτόν εστι το έθνος αυτών, μη υποτασσόμενον τω σω κράτει.Και ο Καίσαρ είπεν, «" Αμα παρέδωκάν σοι αυτόν, ώφειλες εν ασφαλεία ποιήσαι αυτόν και εκπέμψαι προς με, 5 και μη πεισθήναι αυτούς και σταυρώσαι τον τοιούτον άνδρα δίκαιον όντα και τοιαύτα σημεία αγαθά ποιήσαντα, και συ είπας διά της σής αναφοράς· έκ γαρ των τοιούτων σημείων φανερός ήν ο Ιησούς ο Χριστός, ο βασιλεύς των Ιουδαίων.Και ταύτα λέγοντος του Καίσαρος και ονομασάντος αυτού το όνομα του Χριστού, άπαν το πλήθος των ειδώλων των θεών συνέπεσε, και εγένετο ωσεί κονιορτός· και ο τόπος [δε] συνέπεσε, ένθα έκαθέζετο ο Καίσαρ μετά πάσης της συγκλήτου αυτού. Ο δε δήμος και παρεστηκώς τω Καίσαρι και πάντες οι της συγκλήτου αυτού άμα τω Καίσαρι 15 έντρομοι γεγόνασι διά την του ρήματος ρήσιν και (την) πτώσιν των θεών αυτών, και πάντες φόβω συσχεθέντες απήλθον έκαστος εις τον οίκον αυτού, θαυμάζοντες το γεγονός. Και εκέλευσεν ο Καίσαρ μετά ασφαλείας φυλάττειν τον Πιλάτον, όπως γνω το αληθές περί του Ιησού. Τη 20 δε επαύριον καθίσας ο Καίσαρ εν τω καπιτωλίω, μετά πάσης της συγκλήτου επειράτο πάλιν επερωτάν τον Πιλάτον, καί φησιν ο Καίσαρ, « Λέγε το αληθές, δυσσεβέστατε, ότι διά της σής ασεβούς πράξεως, ής επεχείρησας κατά του 'Ιησού, και ενταύθα εδείχθη των κακών σου εργων ή πρά- 25 ξις, το τους θεούς πτώσει υποβληθήναι. Λέγε ούν, τίς έστιν εκείνος ο σταυρωθείς, ότι το όνομα αυτού και τους θεούς απώλεσεν.Ο Πιλάτος έφη, « Και μην τα υπομνήματα αυτού

αληθή εστι· και γαρ εγώ αυτός εξ αυτών των έργων επείσθην, ότι μείζων υπήρχε πάντων ών σεβόμεθα θεών.Και ο Καίσαρ έφη, « Τίνος ούν ένεκεν τοιαύτην τόλμαν και πράξιν επήνεγκας κατ' αυτού, μη άγνοών τούτο; ή πάντως κακόν τι βουλόμενος περί της έμής βασιλείας.Ο δε Πιλάτος έφη, Διά την παρανομίας και στάσιν των ανέμων και αθέων Ιουδαίων τούτο εποίησα. Θυμού δε πλησθείς ο Καίσαρ συμβούλιον εποίησε 35

30 5

15

μετά πάσης της συγκλήτου και της δυνάμεως αυτού, και
κελεύει δόγμα γραφήναι κατά των Ιουδαίων ούτως :
« Λικιάνω τω τα πρώτα της ανατολικής χώρας επέχοντι

χαίρειν.
Την έν τους παρουσι καιροίς γενομένην τόλμαν παρά των την
Ιερουσαλήμ διοικούντων Ιουδαίων [παράνομον πράξιν] έγνων,
ως θεόν τινα λεγόμενον 'Ιησούν Πιλάτον κατηνάγκασαν σταυ-
ρώσαι, διά τοιούτων πλημμελημάτων, δι' ών ο κόσμος σκο-

τισθείς εις απώλειαν είλκετο. Θέλησον ούν σπουδαίως άμα 10 πλήθους στρατιωτών παραγενέσθαι τους εκείσε, και αιχμα

λωτίσαι διά τούτου του δόγματος πάντας αυτούς. Πειθαρχών ουν το δόγματι ημών κίνησον κατ' αυτών, και της Ιουδαίας εκδίωξον αυτούς, και ολιγοστόν το έθνος αυτών δείξον εφ' άπασι μη οφθήναι (εν ανέσει,) επειδή πονηρίας μεστοι τυγχάνουσι.

Και του δόγματος τούτου φθάσαντος εν τη ανατολική χώρα Λικιάνος πειθαρχήσας τωφόβωτού δόγματος ανάλωσινπαντός έθνους των Ιουδαίων εποίησε τους δε καταλειφθέντας εις την διασποράν των έθνων δουλεύειν παρέσχεν· ώστε γνωσθήναι τω Καίσαρι ταύτα τα γεγεννημένα παρά Λικιάνου κατά των Ιουδαίων εν τη ανατολική χώρα και αρέσει αυτό. Και πάλιν έθετο ο Καίσαρ ερώτησιν ποιήσαι του Πιλάτου, και κελεύει ένι άρχοντι ονόματι 'Aλβίω την κεφαλήν του Πιλάτου αποτε

μεϊν, φήσας, « Καθώς ούτος επί τον άνδρα τον δίκαιον τον 25 λεγόμενον Χριστόν, χείρας επήγαγε, και αυτός ομοίως πε

σείται της σωτηρίας αποτευξόμενος.Ο δε Πιλάτος απελθών επί τον τόπον ηύξατο σιωπή λέγων, « Κύριε, μη απολέσης με μετά των πονηρών Εβραίων, ότι εγώ κατά σου

χείρας επενέγκαι ουκ ήθελον ει μή διά το έθνος των πα30 ρανόμων Ιουδαίων, ότι στάσιν κατ' εμού επήγαγον. Αλλά

' συ γινώσκεις, δέσποτα, ότι αγνοών έπραξα. Μή ούν απολέσης με, δέσποτα κύριε, (διά) την αμαρτίαν μου ταύτην, αλλά ελέησόν με και την δούλην σου Πρόκλαν την ιστα

μένην μετ' εμού εν τη ώρα του θανάτου μου, ήν ανέδειξας 35 προφητεύσαι, ότι είχες σταυρώ προςηλωθήναι: μη εν τη

20

[ocr errors]

εμη αμαρτία και ταύτην καταδικάσης, αλλά συγχώρησον ημίν, και εν μερίδι των δικαίων σου συναρίθμησον ημάς.Και ιδού τελειώσαντος την ευχήν του Πιλάτου ήλθε φωνή εκ του ουρανού λέγουσα, « Μακαριουσί σε, Πιλάτε, πάσαι αι γενεαι, ότι υπό σου επληρώθη ταύτα πάντα τα υπό των 5 προφητών είρημένα περί εμού, και συ δε αυτός μάρτυς έση: έν γάρ τη δευτέρα μου παρουσία οφθήναι έχεις, όταν μέλλω κρίναι τάς δώδεκα φυλάς του Ισραήλ και τους μη ομολογήσαντας και πιστεύσαντας.Και εξετίναξε την κεφαλήν Πιλάτου πρέφεκτος, και ιδού άγγελος κυρίου εδέξατο αυτήν. Ιδούσα δε η γυνή αυτού Πρόκλα τον άγγελον ερχόμενον και δεχόμενος την κεφαλήν αυτου χαράς πλησθείσα και αυτή παραυτά απέδωκε το πνεύμα αυτής, και ετάφη μετά του ανδρός αυτής Πιλάτου, θελήσει και ευδοκία του κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ώ ή δόξα του πατρός και του υιού 15 και του αγίου πνεύματος νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

'

10

20

25

3. Pontius Pilatus Claudio salutem. Nuper accidit et quod ipse probavi, Judæos per invidiam se suosque posteros crudeli condemnatione punîsse. De quo quum promissum haberent patres eorum quod illis Deus eorum mitteret de coelo sanctum suum qui eorum rex merito diceretur, et hunc se promiserit per virginem missurum ad terras, istum itaque me præside in Judæam Deus Hebræorum quum misisset, et vidissent eum Hebræi cæcos illuminâsse, leprosos mundâsse, paralyticos curâsse, dæmones ab hominibus fugâsse, mortuos etiam suscitâsse, imperâsse ventis, ambulâsse siccis pedibus so super undas maris, et multa alia signa miraculorum fecisse, et quum multi de populo Judæorum eum filium Dei esse dicerent, invidiam contra eum passi suut principes sacerdotum, scribæ et Pharisæi

30

dia

5

Judæorum, et tenuerunt eum mihique tradiderunt, et alia pro aliis mihi de eo mentientes dixerunt, asserentes istum magum esse et contra legem eorum agere. Ego autem verbis eorum credidi ita esse, et flagellatum tradidi illum arbitrio eorum. Illi autem crucifixerunt eum et sepulto custodes adhibuerunt. Ille autem militibus meis monumentum ejus custodientibus die tertio resurrexit: in tantum autem

exarsit nequitia Judæorum ut darent pecuniam 10 custodibus et dicerent, “Dicite quia discipuli ejus corpus ipsius per noctem furati sunt.” Milites autem mei quum accepissent pecuniam, quod factum fuerat tacere non potuerunt. Nam et illum de sepulcro resurrexisse testati sunt se vidisse, et se a Judæis pecuniam accepisse. Hæcideo ingessi, ne quis aliter mentiatur, et æstimet credendum mendaciis Judæorum. Direxi potestati vestræ omnia, quæ gesta sunt de Jesu in prætorio meo.

15

4.

20

25

Pilatus Tiberio Cæsari salutem. De Jesu Christo quem tibi plane postremis meis declaraveram, nutu tandem populi, acerbum, me quasi invito et subticente, supplicium sumptum est. Virum hercle ita pium ac sincerum nulla unquam ætas habuit, nec habitura est. Sed mirus extitit ipsius populi conatus omniumque scribarum et principum ac seniorum consensus, suis prophetis more nostro Sibyllis præmonentibus, hunc veritatis legatum crucifixere, signis etiam supra naturam apparenti

bus, dum penderet, et orbi universo Philosophorum so judicio lapsum minantibus. Vigent illius discipuli

, opere et vitæ continentia magistrum non mentientes, imo in ejus nomine beneficentissimi. Nisi ego seditionem populi prope æstuantis pertimuissem, fortasse adhuc nobis ille vir viveret. Etsi tuæ magis dignitatis fide compulsus, quam voluntate mea adductus pro viribus non restiterim, sanguinem justum totius accusationis immunem, verum hominum malignitate inique in eorum tamen (ut Scripturæ interpretantur) exitium pati et venundari. Vale. Quarto Nonas Aprilis.

8

5. Hoc tempore in hoc territorio vir quidam fuit quem discipuli ejus Deum vocabant, et miracula varia faciebat: quem multi homines viderunt, et in cælum vivus adscendit, et discipuli nunc magna faciunt in nomine ejus, et testantur eum Deum esse, et doctorem viæ salutis in veritate.

10

20

6. LENTULI EPISTOLA. Hoc tempore vir apparuit, et adhuc vivit, vir præditus potentia magna; nomen ejus Jesus Chris-18 tus. Homines eum Prophetam potentem dicunt. Discipuli ejus filium Dei vocant. Mortuos vivificat, et ægros ab omnis generis ægritudinibus et morbis sanat. Vir est altæ staturæ proportionate, et conspectus vultus ejus cum severitate, et plenus efficacia, ut spectatores amare eum possint, et rursus timere. Pili capitis ejus vinei coloris usque ad fundamentum aurium, sine radiatione, et erecti, et a fundamento aurium usque ad humeros contorti ac lucidi, et ab humeris deorsum pendentes, bifido 25 vertice dispositi in morem Nazaræorum. Frons plana et pura, facies ejus sine macula, quam rubor quidam temperatus ornat. Aspectus ejus ingenuus et gratus. Nasus et os ejus nullo modo reprehensibilia. Barba ejus multa, et colore pilorum capitis bifurcata : oculi ejus cærulei et extreme lucidi. In

30

« PreviousContinue »