Page images
PDF
EPUB

νεται έχων κατά ταυτά, και αισθάνεται και ο αυ μη οίδε C μηδεν αισθάνεται, και μη οίδε μηδε αισθάνεται και ο μη οίδε μηδε αισθάνεται, και μη οίδε και ο μη οίδε μηδε αισθάνεται, και μη αισθάνεται πάντα ταύτα υπερβάλλει αδυναμία του εν αυτοίς ψευδή τινα δοξάσαι. λείπεται δή εν τοις τοιοϊσδε, είπερ που άλλοθι, το τοιούτον γενέσθαι. ΘΕΑΙ. Έν τίσι δή; εάν άρα εξ αυτών τι μάλλον μάθω νύν μεν γαρ ουχ έπομαι. ΣΩ. Εν οίς

οίδεν, oιηθήναι αυτά έτερ' άττα είναι ων οίδε και αισθάD νεται: η ών μή οίδεν, αισθάνεται δέ ή ων Τοίδε και

αισθάνεται, ών οίδεν αυ και αισθάνεται. ΘΕΑΙ. Νύν πολύ πλείον απελείφθην ή τότε. ΧΧΧΙV. ΣΩ. "Ωδε δη ανάπαλιν άκουε. εγω ειδως Θεόδωρον και εν εμαυτώ μεμνημένος οδός έστι, και Θεαίτητον κατά ταυτά, άλλο τι ενίοτε μεν ορώ αυτούς, ενίοτε δε ού, και άπτομαι ποτ' αυτών, τοτε δ' ού, και ακούω ή τινα άλλην αίσθησιν αισθάνομαι, τοτε δ' αίσθησιν μεν ουδεμίαν έχω περί

υμών, μέμνημαι δε υμάς ουδέν ήττον και επίσταμαι Ε αυτός εν εμαυτώ; ΘΕΑΙ. Πάνυ μεν ούν. ΣΩ. Τούτο

τοίνυν πρώτον μαθε ών βούλομαι δηλώσαι, ως έστι μεν α οίδε μη αισθάνεσθαι, έστι δε αισθάνεσθαι. ΘΕΑΙ. 'Αληθή. ΣΩ. Ουκούν και 8 μή οίδε, πολλάκις μεν έστι μηδε αισθάνεσθαι, πολλάκις δε αισθάνεσθαι μόνον;

ΘΕΑΙ. "Έστι και τούτο. ΣΩ. Ίδε δή εάν τι μάλλον 193 νύν επίσπη. Σωκράτης επιγιγνώσκει * Θεόδωρον και

Θεαίτητον, ορά δε μηδέτερον, μηδε άλλη αίσθησις αυτώ πάρεστι περί αυτών ουκ άν ποτε εν εαυτώ δοξάσειεν ως ο Θεαίτητος εστι Θεόδωρος. λέγω τι ή ουδέν ; ΘΕΑΙ. Ναι, αληθή γε. ΣΩ. Τούτο μεν τοίνυν εκείνων πρώτον ήν ών έλεγoν. ΘΕΑΙ. "Ην γάρ. ΣΩ. Δεύτερον τοίνυν, ότι τον μεν γιγνώσκων υμών, τον δε μη γιγνώ

σκων, αισθανόμενος δε μηδέτερον, ουκ άν ποτε αυ οιηθείην, ον οίδα, είναι δν μή οίδα. ΘΕΑΙ. Ορθώς. ΣΩ. Τρίτον δέ, μηδέτερον γιγνώσκων μηδε αισθανόμενος ' ουκ αν οιηθείην, δν μη οίδα, έτερόν τιν' είναι και ων μη οίδα. και τάλλα τα πρότερα πάνθ' εξής νόμιζε πάλιν ακηκοέναι, εν οις ουδέποτ' εγώ περί σου και Θεοδώρου τα ψευδή δοξάσω, ούτε γιγνώσκων ούτε αγνοών άμφω, ούτε τον μέν, τον δ' ού γιγνώσκων. και περί αισθήσεων κατά ταυτά, ει άρα έπει. ΘΕΑΙ. "Επομαι. ΣΩ. Λείπεται τοίνυν τα ψευδή δοξάσαι εν τωδε, όταν γιγνώσκων σε και Θεόδωρον, και έχων εν εκείνο το κηρίνω ' ώσπερ δακτυλίων σφών αμφοίν τα ο σημεία, δια μακρού και μη ικανώς ορών άμφω προθυμηθώ, το οικείον εκατέρου σημείoν αποδους τη οικεία όψει, έμβιβάσας προσαρμόσαι εις το εαυτής ίχνος, ίνα γένηται αναγνώρισις, είτα τούτων αποτυχών και ώσπερ οι έμπαλιν υποδούμενοι παραλλάξας προσβάλω την εκατέρου όψιν προς το αλλότριον σημείον, ή και ολα τα εν τοις κατόπτρους της όψεως πάθη, δεξιά εις αριστερά μεταρρεούσης, ταυτον παθών διαμαρτων τότε δη συμβαίνει η ετεροδοξία και το ψευδή δοξάζειν. ΘΕΑΙ. "Έοικε γάρ, ώ Σώκρατες, θαυμασίως ο λέγεις το της δόξης πάθος. ΣΩ. "Έτι τοίνυν και όταν αμφοτέρους γιγνώσκων τον μεν προς το γιγνώσκειν αισθάνωμαι, τον δε μή, την δε γνώσιν του ετέρου μη κατά την αίσθησιν έχω, ο εν τοις πρόσθεν ούτως έλεγαν και μου τότε ουκ έμάνθανες. ΘΕΑΙ. Ου γαρ ούν. ΣΩ. Τούτο μήν έλεγον, ότι γιγνώσκων τον έτερον και Γ αισθανόμενος, και την γνώσιν κατά την αίσθησιν αυ- Ε του έχων, ουδέποτε οιήσεται είναι αυτόν έτερόν τινα ων γιγνώσκει τε και αισθάνεται και την γνώσιν αυ

και εκείνου έχει κατά την αίσθησιν. ήν γάρ τούτο; ΘΕΑΙ. Ναι. ΣΩ. Παρελείπετο δέ γε που το νύν λεγόμενον, εν ω δη φαμεν την ψευδή δόξαν γίγνεσθαι το

άμφω γιγνώσκοντα και άμφω δρώντα ή τινα άλλην 194 * αίσθησιν έχοντα αμφοίν τω σημείω μή κατά την αυ

του αίσθησιν εκάτερον έχειν, άλλ' οιον τοξότην φαύλον δέντα παραλλάξαι του σκοπού και αμαρτείν, και δη και ψεύδος άρα ωνόμασται. ΘΕΑΙ. Είκότως γε. ΣΩ. Και όταν τοίνυν τω μεν παρή αίσθησις των σημείων, το δε μή, το δε της απούσης αισθήσεως τη παρούση προσαρμόση, πάντη ταύτη ψεύδεται η διάνοια. και ένι λόγω, περί ων μεν μη οιδέ τις μηδε ήσθετο πώποτε,

ουκ έστιν, ' ως έoικεν, ούτε ψεύδεσθαι ούτε ψευδης Β δόξα, εί τι νύν ημείς υγιές λέγομεν περί δε ων ίσμεν

τε και αισθανόμεθα, εν αυτοίς τούτοις στρέφεται και ελίττεται η δόξα ψευδής και αληθής γιγνομένη, καταντικρυ μεν και κατά το ευθύ τα οικεία συνάγουσα αποτυπώματα και τύπους, αληθής, εις πλάγια δε και σκολια ψευδής. ΘΕΑΙ. Ουκούν καλώς, ώ Σώκρατες,

λέγεται; ΣΩ. "Έτι τοίνυν και τάδε ακούσας μάλλον C αυτό έρείς. το μεν γαρ ταληθές δοξάζειν καλόν, το δε

ψεύδεσθαι αισχρόν. ΘΕΑΙ. Πώς δ' ού; ΣΩ. Ταύτα τοίνυν φασιν ενθένδε γίγνεσθαι. όταν μέν ο κηρός του εν τη ψυχή βαθύς τε και πολύς και λείος και μετρίως ωργασμένος ή, τα ιόντα δια των αισθήσεων, ενσημαινόμενα εις τούτο το της ψυχής κέαρ, ο έφη "Όμηρος αίνιττόμενος την τού κηρου ομοιότητα, τότε μεν και

τούτοις καθαρά τα σημεία εγγιγνόμενα και ικανώς D του βάθους έχοντα πολυχρόνιά τε γίγνεται και εισίν

οι τοιούτοι πρώτον μεν εύμαθείς, έπειτα μνήμονες, είτα ου παραλλάττουσι των αισθήσεων τα σημεία, αλλά δοξάζουσιν αληθή. σαφή γάρ και εν ευρυχωρία όντα ταχύ διανέμουσιν επί τα αυτών έκαστα εκμαγεία, και δή όντα καλείται. και σοφοί δη ουτοι καλούνται. ή ου δοκεί σοι; ΘΕΑΙ. “Υπερφυώς μεν ούν. ΣΩ. "Όταν 1 τοίνυν λάσιόν του το κέαρ ή, και δη επήνεσεν ο πάντα Ε σοφός ποιητής, ή όταν κοπρώδες και μη καθαρού του κηρού, ή υγρόν σφόδρα ή σκληρόν, ων μέν υγρόν, ευμαθείς μέν, επιλήσμονες δε γίγνονται, ών δε σκληρόν, ταναντία. οι δε δή λάσιον και τραχύ λιθώδές τε ή γης ή κόπρου συμμιγείσης έμπλεων έχοντες ασαφή τα εκμαγεία ίσχουσιν. ασαφή δε και οι τα σκληρά βάθος γάρ ουκ ένι. ασαφή δε και οι τα υγρά υπό γαρ του συγχείσθαι ταχύ * γίγνεται αμυδρά. εάν δε προς πάσι 195 τούτοις επ' αλλήλων συμπεπτωκότα ή υπό στενοχωρίας, εάν του σμικρών ή το ψυχάριον, έτι ασαφέστερα εκείνων. πάντες ούν ούτοι γίγνονται ολοι δοξάζειν ψευδή. όταν γάρ τι ορώσιν ή ακούωσιν ή επινοώσιν, έκαστα απονέμειν ταχυ εκάστοις ου δυνάμενοι βραδείς τε είσι και αλλοτριονομούντες παρορωσί τε και παρακούουσι και παρανοούσι πλείστα, και καλούνται αυ ουτοι έψευσμένοι τε δη των όντων και αμαθείς. ΘΕΑΙ. ''Όρ- Β θότατα ανθρώπων λέγεις, ώ Σώκρατες. ΣΩ. Φώμεν άρα εν ημίν ψευδείς δόξας είναι; ΘΕΑΙ. Σφόδρα γε. ΣΩ. Και αληθείς δή; ΘΕΑΙ. Και αληθείς. ΣΩ. "Ηδη ούν οιόμεθα ικανώς ωμολογήσθαι, ότι παντός μάλλον εστον αμφοτέρα τούτω τώ δόξα; ΘΕΑΙ. Υπερφυώς μεν ούν.

ΧΧΧV. ΣΩ. Δεινόν τε, ώ Θεαίτητε, ως αληθώς κινδυνεύει και αηδες είναι ανήρ αδολέσχης. ΘΕΑΙ. Τί δαί και προς τί τούτ' είπες; ΣΩ. ' Την εμαυ- C του δυσμαθίαν δυσχεράνας και ως αληθώς άδολεσχίαν. τί γάρ άν τις άλλο θεϊτο όνομα, όταν άνω κάτω τους

λόγους έλκη τις υπό νωθείας ου δυνάμενος πεισθήναι, και η δυσαπάλλακτος αφ' εκάστου λόγου; ΘΕΑΙ. Σύ δε δή τί δυσχεραίνεις; ΣΩ. Ου δυσχεραίνω μόνον, αλλά και δέδοικα και τι αποκρινούμαι, άν τις έρηται με 'Ω Σώκρατες, εύρηκας δή ψευδή δόξαν, ότι ούτε

εν ταις αισθήσεσίν έστι προς άλλήλας ούτ' εν ταις D διανοίαις, αλλ' εν τη συνάψει αισθήσεως προς διά

νοιαν; Φήσω δε εγώ, oίμαι, καλλωπιζόμενος ώς τι ευρηκότων ημών καλόν. ΘΕΑΙ. Έμοιγε δοκεί, ώ Σώκρατες, ουκ αισχρόν είναι το νυν αποδεδειγμένον. ΣΩ. Ουκούν, φήσει, λέγεις, ότι αν τον άνθρωπον, δν διανοούμεθα μόνον, ορώμεν δ' ού, ίππον ουκ άν ποτε οιηθείημεν είναι, όν αυ ούτε δρώμεν ούτε απτόμεθα, διανοούμεθα δε μόνον και άλλ' ουδεν αισθανόμεθα περί αυτού; Ταύτα, oίμαι, φήσω λέγειν. ΘΕΑΙ. Και όρθώς Εγε. ΣΩ. Τί ούν; 'φήσει τα ένδεκα, α μηδέν άλλο ή

διανοείται τις, άλλο τι εκ τούτου του λόγου ουκ άν ποτε οιηθείη δώδεκα είναι, ά μόνον αυ διανοείται; ίθι ουν δή, συ αποκρίνου. ΘΕΑΙ. 'Αλλ' αποκρινούμαι, ότι ορών μεν άν τις ή εφαπτόμενος οιηθείη τα ένδεκα δώδεκα είναι, ά μέντοι έν τη διανοία έχει, ούκ άν ποτε περί αυτών ταύτα δοξάσειεν ούτω. ΣΩ. Τί ούν; οίει

τινά πώποτε αυτόν εν αυτώ πέντε και επτά, λέγω δε 196 * μη ανθρώπους επτά και πέντε προθέμενον σκοπεϊν

μηδ' άλλο τοιούτον, άλλ' αυτά πέντε και επτά, ά φαμεν εκεί μνημεία εν τω εκμαγεία είναι και ψευδή εν αυτοίς ουκ είναι δοξάσαι, ταύτα αυτά εί τις ανθρώπων ήδη πώποτε εσκέψατο λέγων προς αυτόν και ερωτών, πόσα ποτεστί, και ο μέν τις είπεν οιηθείς ένδεκα αυτά είναι, και δε δώδεκα ή πάντες λέγουσι τε και οίονται δώδεκα αυτά είναι; ΘΕΑΙ. Ου μα τον Δία, αλλά

« PreviousContinue »