Page images
PDF
EPUB

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΕΝΥΠΝΙΟΥ ΗΤΟΙ ΒΙΟΣ

ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ.

1. "Αρτι μεν έπεπαύμην ές τα διδασκαλεία φοιτών ήδη την ηλικίαν πρόσηβος ών, ο δε πατηρ εσκοπείτο μετά των φίλων, ότι και διδάξαιτό με. τοϊς πλείστοις ούν έδοξε παιδεία μεν και πόνου πολλού και χρόνου μακρού και δαπάνης μικράς και τύχης δείσθαι λαμ- 5 πράς, τα δ' ημέτερα μικρά τε είναι και ταχείάν τινα την επικουρίαν απαιτεϊν· ει δέ τινα τέχνην των βαναύσων εκμάθοιμι τούτων, το μεν πρώτον ευθύς αν αυτός έχειν τα αρκούντα παρά της τέχνης και μηκέτοικόσιτος είναι τηλικούτος ών, ουκ ές μακράν δε και τον πατέρα 10 ευφρανείν αποφέρων αεί το γιγνόμενον. 2. δευτέρας ουν σκέψεως αρχή προύτέθη, τις αρίστη των τεχνών και ράστη εκμαθεϊν και ανδρί ελευθέρω πρέπουσα και πρόχειρον έχουσα την χορηγίαν και διαρκή τον πόρον. άλλου τοίνυν άλλην έπαινούντος, ως έκαστος γνώμης 15 ή εμπειρίας είχεν, ο πατήρ εις τον θείον άπιδών,-παρών γάρ και προς μητρός θείος, άριστος ερμoγλύφος είναι δοκών και λιθοξόος εν τοις μάλιστα ευδόκιμος-ου θέμις, είπεν, άλλην τέχνην επικρατείν σου παρόντος, αλλά τούτον άγε- δείξας εμέ-και δίδασκε παραλαβών 20 λίθων εργάτην αγαθόν είναι και συναρμοστής και ερμογλυφέα δύναται γάρ και τούτο φύσεώς γε, ως οίσθα,

H. L.

I

τυχών δεξιάς. έτεκμαίρετο δε ταϊς εκ του κηρού παιδιαίς: οπότε γαρ αφεθείην υπό των διδασκάλων, αποξέων αν τον κηρόν ή βόας ή ίππους ή και νή Δί' ανθρώπους ανέ

πλαττον, είκότως, ως έδόκουν τω πατρί εφ' οίς παρά 5 μέν των διδασκάλων πληγάς ελάμβανον, τότε δε έπαινος

ές την ευφυίαν και ταύτα ην, και χρηστάς είχον επ' έμοι τας ελπίδας, ως εν βραχεί μαθήσομαι την τέχνην, απ' εκείνης γε της πλαστικής. 3. άμα τε ουν επιτήδειος

έδόκει ημέρα τέχνης ενάρχεσθαι, κάγώ παρεδεδόμην το το θείο μα τον Δί' ου σφόδρα τα πράγματι αχθόμενος

αλλά μοι και παιδιάν τινα ουκ ατερπή έδόκει έχειν και προς τους ηλικιώτας επίδειξιν, ει φαινοίμην θεούς τε γλύφων και αγαλμάτιά τινα μικρά κατασκευάζων εμαυτώ

τε κακείνοις οίς προηρούμην. και το γε πρώτον εκείνο 15 και σύνηθες τοϊς άρχομένοις εγίγνετο εγκοπέα γάρ τινά

μοι δούς ο θείος έκέλευσέ μοι ηρέμα καθικέσθαι πλακός εν μέσω κειμένης, επειπών το κοινόν « αρχή δε τοι ήμισυ παντός.” σκληρότερον δε κατενεγκόντος υπ'

απειρίας κατεάγη μεν η πλάξ, ο δε αγανακτήσας σκυ20 τάλην τινά πλησίον κειμένην λαβών ου πράως ουδε

προτρεπτικώς μου κατήρξατο, ώστε δάκρυά μοι τα προοίμια της τέχνης. 4. αποδράς ούν εκείθεν επί την οικίαν αφικνούμαι συνεχές αναλύζων και δακρύων τους

οφθαλμούς υπόπλεως, και διηγούμαι την σκυτάλην, 25 και τους μώλωπας εδείκνυον και κατηγόρουν πολλών

τινα ωμότητα, προσθείς ότι υπό φθόνου ταύτα έδρασε, μη αυτόν υπερβάλωμαι κατά την τέχνην. αγανακτησαμένης δε της μητρός και πολλά τώ αδελφώ λοιδορησα

μένης, έπει νυξ επήλθε, κατέδαρθον έτι ένδακρυς και 30 την σκυτάλην έννοών.

5. μέχρι μεν δη τούτων γελάσιμα και μειρακιώδη τα ειρημένα τα μετά ταύτα

5

δε ουκέτι ευκαταφρόνητα, ώ άνδρες, ακούσεσθε, αλλά και πάνυ φιληκόων ακροατών δεόμενα ένα γαρ καθ' "Όμηρον είπω

θείος μοι ενύπνιον ήλθεν όνειρος

άμβροσίην διά νύκτα εναργής ούτως, ώστε μηδέν απολείπεσθαι της αληθείας έτι γούν και μετά τοσούτον χρόνον τά τε σχήματά μου των φανέντων εν τοις οφθαλμοίς παραμένει και η φωνή των ακουσθέντων έναυλος" ούτω σαφή πάντα ην. 6. δύο γυναίκες λαβόμεναι ταϊν χερούν είλκόν με προς εαυτήν το εκατέρα μάλα βιαίως και καρτερώς μικρού γούν με διεσπάσαντο προς αλλήλας φιλοτιμούμεναι και γαρ άρτι μεν άν ή ετέρα επεκράτει και παρά μικρόν όλον είχε με, άρτι δ' αν αύθις υπό της ετέρας είχόμην. έβόων δε προς αλλήλας εκατέρα, η μέν, ως αυτής όντα με 15 κεκτήσθαι βούλοιτο, η δε, ως μάτην των αλλοτρίων αντιποιούτο. ήν δε η μεν εργατική και ανδρική και αυχμηρά την κόμην, τω χείρε τύλων ανάπλεως, διεζωσμένη την εσθήτα, τιτάνου καταγέμουσα, οίος ήν ο θείος οπότε ξέοι τους λίθους ή ετέρα δε μάλα ευπρόσωπος και το 20 σχήμα ευπρεπής και κόσμιος την αναβολήν. τέλος δ' ούν εφιάσί μοι δικάζειν, oπoτέρα βουλοίμην συνείναι αυτών. προτέρα δε η σκληρά εκείνη και ανδρώδης έλεξεν· 7. εγώ, φίλε παι, ερμoγλυφική τέχνη ειμί, ήν χθες ήρξω μανθάνειν, οικεία τέ σοι και συγγενής 25 οίκοθεν ό τε γάρ πάππος σου-είπουσα τούνομα του μητροπάτορος-λιθοξόος ήν, και των θείω αμφοτέρω και μάλα ευδοκιμείτον δι' ημάς. ει δ' εθέλοις λήρων μεν και φληνάφων των παρά ταύτης απέχεσθαι,-δείξασα την ετέραν-έπεσθαι δε και συνοικείν εμοί, πρώτα μεν 30 θρέψη γεννικώς και τους ώμους έξεις καρτερούς, φθόνου

δε παντός αλλότριος έση και ούποτε άπει επί την αλλοδαπήν, την πατρίδα και τους οικείους καταλιπών ουδε επί λόγοις έπαινέσονται σε πάντες. 8. μη μυσαχθής

δε του σχήματος το ευτελές μηδε της εσθήτος το πιναρόν 5

από γάρ τοιούτων ορμώμενος και Φειδίας εκείνος έδειξε τον Δία και Πολύκλειτος την "Ηραν ειργάσατο και Μύρων έπηγέθη και Πραξιτέλης έθαυμάσθη και προσκυνούνται ούτοι μετά των θεών. ει δη τούτων είς γέ

νοιο, πως ου κλεινός μεν αυτός παρά πάσιν ανθρώπους το έση, ζηλωτών δε και τον πατέρα αποδείξεις, περί

βλεπτον δε αποφανείς και την πατρίδα; ταύτα και έτι τούτων πλείονα διαπταίουσα και βαρβαρίζουσα πάντοθεν είπεν η τέχνη, μάλα δη σπουδή συνείρουσα και

πείθειν με πειρωμένη" αλλ' ουκέτι μέμνημαι τα πλείστα 15 γάρ μου την μνήμην ήδη διέφυγεν. έπει δ' ουν επαύσατο,

έρχεται η ετέρα ωδε πως: 9. εγω δε, ώ τέκνον, παιδεία είμι ήδη συνήθης σοι και γνωρίμη, ει και μηδέπω είς τέλος μου πεπείρασαι. ήλίκα μεν ούν ταγαθά ποριη

λιθοξόος γενόμενος, αύτη προείρηκεν ουδέν γάρ ότι 20 μη εργάτης έση τω σώματι πονών κάν τούτω την

άπασαν ελπίδα του βίου τεθειμένος, αφανής μεν αυτός ών, ολίγα και αγεννή λαμβάνων, ταπεινός την γνώμην, ευτελής δε την πρόοδον, ούτε φίλοις επιδικάσιμος ούτε

εχθροίς φοβερός ούτε τους πολίταις ζηλωτός, αλλ' αυτό 25 μόνον εργάτης και των εκ του πολλου δήμου είς, αεί

τον προύχοντα υποπτήσσων και τον λέγειν δυνάμενον θεραπεύων, λαγω βίον ζών και του κρείττονος έρμαιον ών ει δε και Φειδίας ή Πολύκλειτος γένοιο και πολλά

θαυμαστά έξεργάσαιο, την μέν τέχνην άπαντες επαινέ30 σονται, ουκ έστι δε όστις των ιδόντων, ει νούν έχοι,

εύξαιτ' άν όμοιός σοι γενέσθαι" οδος γάρ αν ης, βάναυσος και χειρώναξ και αποχειροβίωτος νομισθήση. 10. ήν δ' εμοί πείθη, πρώτον μέν σοι πολλά επιδείξω παλαιών ανδρών έργα, και πράξεις θαυμαστές και λόγους αυτών απαγγέλλουσα και πάντων ως ειπείν έμπειρον αποφαίνουσα, και την ψυχήν, όπερ σου κυριώτατόν έστι, 5 κατακοσμήσω πολλούς και αγαθοίς κοσμήμασι, σωφροσύνη, δικαιοσύνη, ευσεβεία, πραότητι, επιεικεία, συνέσει, καρτερία, το των καλών έρωτα, τη προς τα σεμνότατα ορμή ταύτα γάρ έστιν και της ψυχής ακήρατος ως αληθώς κόσμος. λήσει δε σε ούτε παλαιόν ουδέν ούτε νύν γενέσθαι το δέον, αλλά και τα μέλλοντα προόψει μετ' εμού, και όλως άπαντα, οπόσα εστί, τά τε θεία τα τ' ανθρώπινα, ουκ ές μακράν σε διδάξομαι. 11. και ο νυν πένης και του δεϊνος, ο βουλευσάμενος περί αγεννούς ούτω τέχνης, μετ' ολίγον άπασι ζηλωτός και επίφθονος έση, 15 τιμώμενος και επαινούμενος και επί τούς αρίστοις ευδοκιμων και υπό των γένει και πλούτο προυχόντων αποβλεπόμενος, εσθήτα μεν τοιαύτην αμπεχόμενος,- δείξασα την εαυτής πάνυ δε λαμπράν εφόρει- αρχής δε και προεδρίας άξιούμενος κάν που αποδημής, ουδ' επί της 20 αλλοδαπής άγνως και αφανής έση τοιαύτά σοι περιθήσω τα γνωρίσματα, ώστε των δρώντων έκαστος τον πλησίον κινήσας δείξει σε τώ δακτύλω ούτος εκείνοςλέγων. 12. άν δέ τι σπουδής άξιον ή τους φίλους ή και την πόλιν όλην καταλαμβάνη, είς σε πάντες αποβλέψον- 25 ται: κάν που τι λέγων τύχης, κεχηνότες οι πολλοί ακούσονται, θαυμάζοντες και ευδαιμονίζοντές σε της δυνάμεως των λόγων και τον πατέρα της ευποτμίας και δε λέγουσιν, ως άρα και αθάνατοί τινες γίνονται εξ ανθρώπων, τούτό σοι περιποιήσω και γάρ ήν αυτός εκ του 30 βίου απέλθης, ούποτε παύση συνών τους πεπαιδευμένους

« PreviousContinue »